A+ A A-

Μια εναλλακτική άποψη φωτογραφικής αίσθητικής, του Βασίλη Πρωτοπαπά

ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΙ ( ΔΙΑ) ΝΑ ΟΜΙΛΩ ;

Πενήντα χρόνια περίπου αγαπάω και ασκώ την φωτογραφία.

Το φωτογραφικό μου υλικό πρέπει να ξεπερνάει τις 200 000 λήψεις, αλλά το αξιόλογο κομμάτι του έχω τη γνώμη ότι δεν ξεπερνάει τις λίγες εκατοντάδες.

Άπειρες ώρες πέρασα παρέα με δάσκαλους και μαθητές βλέποντας φωτογραφίες μέσα σε ατμόσφαιρα βεβαιοτήτων και αμφισβήτησης , ελευθερίας και υποταγής, λογικής και τρέλας, κουλτούρας και πρωτογονισμού, εντιμότητας και μπαγασιάς , συντηρητισμού και μοντερνισμού.

Το πιο ενδιαφέρον ήταν οι διαφωνίες.

 

Η ΣΧΕΣΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, ΚΡΙΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΘΕΑΤΗ

Ο ιδεαλισμός του 18ου και 19ου αιώνα εμπότισε πολλές γενιές φιλοσοφούντων γύρω από την τέχνη.

Τόνισε την αυτοτέλεια του έργου τέχνης και την ανεξαρτησία του από τον αποδέκτη.

Η σημερινή κοινωνιολογούσα και ψυχολογική προσέγγιση της τέχνης περιέχει πληρέστερη εικόνα του εικαστικού φαινομένου και κατανοεί το δίπολο καλλιτέχνη-αποδέκτη ως αλληλένδετο.

Το καλλιτεχνικό έργο αξίζει να αξιολογείται από αποδέκτες με συγγενή κουλτούρα με τον δημιουργό του. Στην αντίθετη περίπτωση επικρατεί παρεξήγηση που κάποτε αγγίζει τα όρια του κωμικο-τραγικού. Στις εικαστικές τέχνες, στη μουσική και στα γράμματα. Παντού.

Από την άλλη μεριά βέβαια οι τολμηροί καλλιτέχνες, σήμερα που η αλλαγή είναι, καλώς ή κακώς, κύριο ζητούμενο (ή έστω ζητούμενο της μόδας), χαράζουν νέους δρόμους με έντονα στοιχεία σημειολογίας και συχνά με ανατροπές ή και απόλυτη αναίρεση του αισθητικού ή του απλώς ωραίου, όπως το είχαμε συνηθίσει. Τα νέα αυτά τολμηρά βήματα γίνονται σε κάποιο βαθμό με την σύμπραξη επιμελητών και κριτικών με παρόμοιες τάσεις ή και σπουδές και γνήσια ή λιγότερο γνήσια κίνητρα.

 

Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ένα μέρος της φωτογραφικής διδακτικής ασκείται σήμερα, στην Ελλάδα, μέσα σε χώρους φωτογραφικών «λεσχών». Μερακλήδες, ερασιτέχνες συνήθως, φτιάχνουν λέσχες-παρέες και καταλήγουν συχνά να διδάσκουν τους νεώτερους .Υπάρχουν επίσης και σχολές επίσημες (και λιγότερο επίσημες) και θεσμοθετημένες (μερικές δεκάδες στην Αττική μόνο). Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται οι φωτογράφοι που έχουν κάνει σπουδές σε σχολές κάποιου κύρους, κυρίως στο εξωτερικό.

Η έμμεση ή άμεση εμπειρία μου σε σχέση με την διδασκαλία στην Ελλάδα είναι ότι:

'Οσον αφορά το μέρος των τεχνικών γνώσεων-και σε σχέση με την ψηφιακή φωτογραφία- υπάρχει μια επάρκεια.

Σε σχέση με την διδασκαλία της αισθητικής υπάρχει αντίθετα μια έλλειψη του συνδυασμού βαθειάς παιδείας και αγαπητικής σχέσης στους διδάσκοντες αλλά και στους διδασκόμενους με τα σύγχρονα ρεύματα της φωτογραφίας αλλά κυρίως του ευρύτερου εικαστικού φαινόμενου ( Υπογραμμίζω τον ευρύτερο εικαστικό χώρο γιατί το αλληλένδετο των τεχνών είναι σήμερα μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί).
Λείπει ένα «πλάτος», μια αντίληψη της «διαφορετικότητας» ως αξίας ή μάλλον ως εφαλτηρίου διεύρυνσης οριζόντων. Κάποιες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.Η εποχές των στεγανών, η περίφημη φωτογραφικότητα ως αντίπαλη της εικαστικότητας έχουν κατά την άποψη μου τελειώσει (για την ώρα τουλάχιστον).

 

ΑΦΗΣΤΕ ΧΙΛΙΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΝΑ ΑΝΘΙΣΟΥΝ

Το κείμενο αυτό το βλέπω ως ερέθισμα για μια εισαγωγή σε μια αγαπητικότερη σχέση των φωτογράφων με το σύχρονο βλέμμα που αγκαλιάζει (μεταξύ άλλων):

• Το χρώμα
• Το σουρεαλιστικό
• Το χαλαρό
• Το παιχνίδι με ασαφείς όγκους και σκιές
• Το λιγότερο αυστηρά γεωμετρημένο
• Το απροσδόκητο
• Το εικαστικό
• Το καθημερινό
• Το σκόπιμο «κιτς»
• Το τεχνικά «πειραγμένο»
• Το «φλου αρτιστίκ»
• Το «ναϊφ».
• Το εννοιολογικό
• Το προκλητικό

Μερικά μάλιστα από τα χαρακτηριστικά αυτά τα συναντάμε και στους μεγάλους παλιότερους δάσκαλους, τους «μάστορες» ας πούμε, της φωτογραφίας.

Τις αξίες της παλιότερης καλλιτεχνικής φωτογραφίας δεν τις απορρίπτει κανείς εξ ορισμού. Κάποτε ανεβαίνουν και κατεβαίνουν σχεδόν «χρηματιστηριακά».

Η τέχνη (οι καλλιτέχνες μάλλον) του καιρού μας είναι ανήσυχη (οι).

Υπάρχει σχεδόν πάγιο αίτημα για την αλλαγή, την διαφοροποίηση και κάποτε την πρόκληση.

Ανοίγει έτσι ένα απέραντο πεδίο άσκησης της τέχνης της φωτογραφίας και ένας παράξενος αγώνας καθιερώσεων, όπου παίζουν τεράστιο πια ρόλο οι επιμελητές εκθέσεων, οι κριτικοί και τα ΜΜΕ.

 

Ο ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ (ΟΙ ΠΟΙΟΤΗΤΕΣ)

Το δίπολο του δημιουργού και του αποδέκτη ήταν πάντοτε ενδιαφέρον.

Φανταστείτε τα εξής είδη καλλιτεχνών (φωτογράφων):

• Ο «πιασιάρικος» (εύκολος)
• Ο ερμητικός (δύσκολος)
• Ο γλυκανάλατος
• Ο ικανός, αλλά δουλικός μιμητής παλιότερων πρότυπων
• Ο προκλητικός
• Ο «καθημερινός»
• Ο «εστέτ»

Και συνδυάστε τους με ένα κοινό που περιλαμβάνει :

• Τεράστιο ποσοστό ακαλλιέργητων αισθητικά
• Μικρό ποσοστό υποψιασμένων αισθητικά
• Ακόμα μικρότερο ποσοστό καλλιεργημένων φωτογραφικά
• Απειροελάχιστο ποσοστό από τους προηγούμενους με μύηση στα σύγχρονα εικαστικά ρεύματα.

Οι πολλοί (ασύμβατοι) συνδυασμοί ανά δύο των πιο πάνω κατηγοριών καταλήγουν να δείχνουν με έμφαση την ανεπάρκεια της αποδοχής και της συμμετοχής στην τέχνη, όταν αυτή «αξίζει τ΄ όνομά της».

Άλλος δρόμος σκέψης αφορά το στοιχείο της ακεραιότητας που συχνά συνδυάζεται με την στιλιστική εμμονή κάποιων (των περισσότερων) σπουδαίων φωτογράφων. Με γοητεύει η σύγκριση (στη ζωγραφική) του Μπρακ με τον Πικάσο. Ο πρώτος με το ταλέντο και την εμμονή του έγινε μεγάλος ζωγράφος, ο δεύτερος με την πειραματική του ευκαμψία έγινε διάσημος ζωγράφος.

Η στιλιστική εμμονή (την οποία σέβομαι, αν και δεν την ασκώ) διακρίνει νομίζω πολλούς σημαντικούς φωτογράφους. Σε πολλούς νεότερους ισχύει, αλλά με την παραλλαγή των «συνεπών περιόδων». Δηλαδή τους διακρίνει εμμονή «κατά περιόδους».

Αυτά έχουν να κάνουν και με την ψυχή του καλλιτέχνη. Την παιχνιδιάρα, την εμμονική και ενίοτε την απληροφόρητη (κάποτε, κουβεντιάζοντας με τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο, έμεινα άναυδος όταν κατάλαβα ότι δεν είχε καν ακούσει για τον μέγιστο ποιητή της εποχής μας , τον Πάουλ Τσέλαν).

 

ΑΦΗΣΤΕ ΧΙΛΙΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ Ν΄ ΑΝΘΙΣΟΥΝ

Η άτιμη η κουλτούρα (παιδεία την λέγαμε εμείς οι παλιοί), κατακτιέται σταδιακά και δύσκολα, όταν κατακτιέται.

Κάθε εκδοχή της (και η εικαστική-φωτογραφική) είναι ένας μαραθώνιος ( οικογενειακού περιβάλλοντος, σπουδής, βούλησης, επιμονής και ταλέντου). Και βέβαια ιδιομορφίας της προσωπικότητας. (Αδέρφια με πανομοιότυπο μεγάλωμα, βγαίνουν συχνά, ριζικά διαφορετικά).

Με τα χρόνια έφτασα σε μιαν άποψη λιγότερο αυστηρή από τις νεανικές μου θεωρίες. Σήμερα πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένα γοητευτικό παιχνίδι. Ένα παιχνίδι όπου παράγουμε αυτό που μας κάνει κέφι και το κουβεντιάζουμε με αποδέκτες πρόθυμους να το κουβεντιάσουν.

Στον δρόμο, αν θέλουμε, οριοθετούμε την κουβέντα μας με κριτήρια, γιατί κι αυτό είναι κάποτε διασκεδαστικό. Και ποτέ δεν ξεχνάμε ότι τα κριτήρια δεν είναι πακτωμένα με τρόπο μεταφυσικό. Οι δάσκαλοι, με πονηριά ή και αθωότητα, τα θεωρούν θέσφατα για να πουλήσουν το δασκαλίκι τους αλλά, πιστέψτε με, δεν είναι θέσφατα.Η μαθητεία (η σπουδή) είναι αλήθεια ότι βοηθάει. Κάνει το παιχνίδι της τέχνης πιο πολύπλοκο, άρα πιο ενδιαφέρον.

 

ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ;

Η αξιολόγηση είναι, όπως όλοι γνωρίζουμε το ξεχώρισμα του καλού από το μέτριο.

Ας φανταστούμε έναν φανατικό πολέμιο της αξιολόγησης. Του ζητάμε να μας δώσει έργο του για μιαν έκθεση. Τι θα κάνει; Θα αξιολογήσει τα έργα του και θα διαλέξει ένα απ αυτά.

Πιθανότατα να ισχυριστεί ότι δεν έκανε αξιολόγηση αλλά επιλογή καταλληλότητας για την συγκεκριμένη έκθεση (κατά βάθος μια μορφή αξιολόγησης με πιο ευτελή κριτήρια).

Αν απο-μεταφυσικο-ποιήσουμε το οπλοστάσιο των αισθητικών κριτηρίων τι θα ανακαλύψουμε; Μια «πολυστρωματική» άθροιση οπτικών –αισθητικών παραστάσεων που αρχίζουν νωρίς από την παιδική ηλικία και διατηρούν συχνά ένα «ταξικό» φίλτρο και κάποτε και ένα «εθνολογικό». Και όπου βέβαια η παιδεία (και ίσως το μυστήριο του DNA) μπορούν να συμπληρώσουν την εικόνα «διαλεκτικά-αντιθετικά»

Παραδείγματα (λίγα) διαφορετικότητας:

Πρώτο «ζεύγος»:

• Μεγάλωμα σε μικροαστική ή αγροτική οικογένεια και σπουδές με αμελητέα αισθητική παιδεία.
• Μεγάλωμα σε αστικό, καλλιεργημένο αισθητικά, περιβάλλον.

Δεύτερο «ζεύγος»:

• Ανατολίτης με ευαισθησία «ιαπωνικών κήπων»
• Ανατολίτης μυημένος από παιδί στην αισθητική «αμερικανιά»

Άπειρα τέτοια παραδείγματα διαφορετικότητας μπορεί να βρει κανείς.

Κι όμως αυτούς τους τόσο διαφορετικούς αν τους βάλεις στα ίδια θρανία και τους πεις πειστικά «να αυτή είναι η καλή φωτογραφία» θα τους ομογενοποιήσεις ιδεολογικά σε μεγάλο βαθμό.

Σήμερα (ίσως και παλιότερα) η κριτική ακολουθεί έναν δρόμο πιο ποικίλο .

Στην ενδιαφέρουσα πρόσφατη έκδοση : « Η ελληνική φωτογραφία και η φωτογραφία στην Ελλάδα» (επιμέλεια Ηρ. Παπαϊωάννου, έκδοση Νεφέλη) βλέπουμε συχνά μορφές παρουσίασης σημαντικών (κατά τεκμήριο) ελλήνων φωτογράφων με «μεταμοντέρνες» λογικές (αποδομητικές) και επίκληση γάλλων και γερμανών φιλοσόφων της αισθητικής για τεκμηρίωση απόψεων.

Αν παλιότερα η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Μπαλάφας, ο Μελεντζής , ο Τλούπας και ο Χαρισιάδης (και η υπερτιμημένη Nelly ' s) συνόψιζαν την καλή ελληνική φωτογραφία, σήμερα το τοπίο είναι φοβερά διευρυμένο με μια πληθώρα καλλιτεχνών φωτογράφων με διαφορετικές ποιότητες και ποικίλη αναγνωρισιμότητα.

 

ΤΟ ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Τελικά τι βγαίνει ως συμπέρασμα ;

Νομίζω ότι αβίαστα προκύπτει, ότι η δημιουργικότητα έχει πολύ μεγαλύτερους βαθμούς ελευθερίας σήμερα.

Να είμαστε καλά και να φτιάχνουμε εικόνες. Να τις βλέπουμε και να τις χαιρόμαστε. Να τις κρίνουμε πάντα με σεμνότητα (αναγνωρίζοντας την σχετικότητα των κριτηρίων μας) αλλά χωρίς φτηνούς συμβιβασμούς δημοσιοσχεσίτικους.

Κι ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν πάντοτε οι παλιές αξίες της ομορφιάς και του ενδιαφέροντος.

 

Διαβάστε για τον Βασίλη Πρωτοπαπά